Τι είναι το ψυχολογικό τραύμα και πως μας επηρεάζει;

Έντεχνη δράση άρθρο ψυχοθεραπείας

Τι είναι το Ψυχολογικό Τραύμα;

Ως ψυχολογικό τραύμα μπορεί να οριστεί μια ψυχολογική, συναισθηματική αντίδραση σε ένα δυσάρεστο γεγονός ή εμπειρία που μας προκάλεσε βαθύ πόνο. Ορισμένα γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν τραυματικά είναι το διαζύγιο, η ασθένεια, κάποιο ατυχήματα ή απώλεια κάποιου σημαντικού προσώπου, άλλα ακόμα και καταστάσεις βασανιστηρίων, βιασμού και μετανάστευσης. 

Ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα τραυματικό γεγονός διαφορετικό τρόπο. Οι μετατραυματική αντίδραση τραύματος βρίθει από ένα  ευρύ φάσμα συμπτωμάτων. Γι΄αυτό οι   ψυχοθεραπευτές έχουν αναπτύξει διάφορες κατηγορίες για να διαφοροποιήσουν τους τύπων τραύματος. Μεταξύ αυτών είναι το σύνθετο τραύμα, η μετατραυματική διαταραχή στρες (PTSD) και η διαταραχή του αναπτυξιακού τραύματος.

Τι είναι η ψυχική αποσύνδεση και πότε την βιώνουμε;

Η ψυχική αποσύνδεση αποτελεί ουσιαστικά μια υγιή άμυνα προσαρμογής του εαυτού μας όταν έρθει αντιμέτωπος με μια στρεσογόνα συνθήκη που δεν μπορεί να διαχειριστεί ή  αποτελεί απειλή της ασφάλεια του. Παράλληλα, στην καθημερινότητά μας,  πολλές φόρες βιώνουμε ήπια συμπτώματα ψυχικής αποσύνδεσης, σε καταστάσεις που δεν «απειλούμαστε» από κάποιον στρεσογόνο παράγοντα. Συχνά η κούραση, το στρες της καθημερινότητας ή γεγονότα που οι ίδιοι δεν συνειδητοποιούμε ότι μας πιέζουν μας αποσυνδέουν από τον εαυτό μας.

Είναι λοιπόν σημαντικό να τονίσουμε ότι η συγκεκριμένη αμυντική διεργασία βρίσκετε σε συνεχή εγρήγορση. Αρχίζοντας από καθημερινές ήπιες αντιδράσεις προσαρμογής στο στρες, την κούραση ή τις απαιτήσεις της καθημερινότητας, συνεχίζοντας σε μια κλίμακα πιο αμυντικής διεργασίας και καταλήγοντας στην κλινική διάγνωση των Αποσυνδετικών Διαταραχών (Dissociative Disorders), όπως καταγράφονται επίσημα στο διαγνωστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (DSM 5 – Diagnostic & Statistical Manual of Mental Disorders, 1).

Τα συμπτώματα της ψυχικής αποσύνδεσης

Αμέσως μετά από ένα τραυματικό γεγονός υποσυνείδητα επιστρατεύουμε κάποιες αντιδράσεις, οι οποίες αρχικά στοχεύουν στη διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας. Συνήθως έχουμε αυξημένη διεγερσιμότητα (ταχυκαρδία, επιτάχυνση αναπνοής, υπέρταση, σφίξιμο των μυών),  έντονη αποστροφή για οποιοδήποτε ερέθισμα που  σχετίζετε με το τραύμα και την υποκειμενική συναισθηματική αποκοπή από την πραγματικότητα (αποσύνδεση). Όταν αυτές οι αντιδράσεις συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα τότε πλήττουν την καθημερινή λειτουργικότητα μας και μας κάνουν να υποφέρουμε. Αδυνατούμε να χαλαρώσουμε, έχουμε δυσκολία στον ύπνο και τη συγκέντρωση, βλέπουμε επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα και αποφεύγουμε συζητήσεις, άτομα, μέρη και καταστάσεις που  μπορούν να μας θυμίσουν τη στρεσογόνο εμπειρία. Συχνά αυτό εξελίσσετε ως κατάθλιψη, απώλεια σκοπού, έλλειψη συγκέντρωσης, άγχος, φυσικός πόνος, νευρικότητα ή ασθένειες όπως η χρόνια κόπωση, η ινομυαλγία και πολλές άλλες διαταραχές και ασθένειες.

Πως λειτουργεί ο βιολογικός μηχανισμός επιβίωσης;

Υπάρχουν τέσσερις μηχανισμοί άμυνας  για την αντιμετώπιση μιας τραυματικής εμπειρίας: η φυγή, η επίθεση, το  πάγωμα και η παράδοση. Το πώς αφομοιώνουμε ένα βίωμα (και κατ’ επέκταση ένα τραύμα), περιγράφεται από τη  θεωρία του Sperry (1966), σχετικά με τον εγκέφαλο και τα δύο αυτόνομα, αλλά αλληλεξαρτώμενα, μέρη του.   Όταν βιώνουμε μια τραυματική εμπειρία ο οργανισμός βρίσκεται σε σοκ και τα δύο ημισφαίρια δεν συνεργάζονται επαρκώς, με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η επικοινωνία τους και, κατ’ επέκταση, να κλειδώνεται η εμπειρία στο νευρικό μας σύστημα.

Η φυσιολογία του εγκεφάλου μετά το τραύμα

Ο ψυχικός τραυματισμός επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο φυσιολογίας εγκεφάλου και συγκεκριμένα όσον αφορά την φυσιολογική αντίδραση «πάλης ή φυγής» του οργανισμού μπροστά στον κίνδυνο. Όταν δηλαδή υπάρχουν τραυματικές εμπειρίες και καμία από τις δύο παραπάνω αντιδράσεις δεν είναι δυνατή ο οργανισμός μπλοκάρει, με αποτέλεσμα το σώμα να μένει ακινητοποιημένο («πάγωμα»). Το «πάγωμα» είναι ένα είδος αντίδρασης του οργανισμού με σκοπό να αποτρέψει την εσωτερική κατάρρευση μπροστά σε ένα κίνδυνο που δεν μπορεί να αποφύγει. Με άλλα λόγια αφού το άτομο δεν μπορεί να προβεί σε πραγματική φυγή, καταφεύγει σε ένα είδος «εσωτερικής φυγής» (van der Kolk, 1994). Το πάγωμα ακολουθεί ο «κατακερματισμός» της εμπειρίας, καθώς ο οργανισμός δεν επεξεργάζεται με τον ίδιο τρόπο τα στρεσογόνα/τραυματικά ερεθίσματα με τα ουδέτερα.

Η θεραπεία έρχεται με τη συνεργασία των δύο ημισφαιρίων

Έτσι ένα βίωμα τραυματικής εμπειρίας δεν αφομοιώνεται αν δεν συνεργαστούν τα δύο ημισφαίρια για να το επεξεργαστούν. Αναλυτικότερα, από τη μία πλευρά, ο αριστερός εγκέφαλος δίνει σχήμα και δομή, μορφοποιεί τον φυσικό και νοητικό μας κόσμο. Είναι η βάση των γνωστικών κατηγοριοποιήσεων και ταξινομήσεων, των εννοιολογικών δομών της γλώσσας. Από την άλλη πλευρά, ο δεξιός εγκέφαλος φτιάχνει σύνολα, εικόνες, αναπαραστάσεις. Εκεί παίρνουν μορφή τα βιώματα μας, χωρίς λόγια (Sperry, 1966). Έτσι και η αλλαγή θεωρείται ότι είναι πρωταρχικό θέμα του δεξιού εγκεφάλου (Waltzlawick, 1986). 

Τα συμπτώματα και τα συναισθήματα έχουν καταγραφεί στο σώμα

Σύμφωνα με τον Pierre Janet (1889) οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις εμποδίζουν την ομαλή ενσωμάτωσή αυτών των εμπειριών στα υπάρχοντα σχήματα μνήμης (van der Kolk, 1994). Συγκεκριμένα, η αμυγδαλή εγκλωβίζει αυτές τις ιδιαίτερα στρεσογόνες εμπειρίες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περάσουν στα γλωσσικά κέντρα του εγκεφάλου, άρα να μην είναι δυνατή η γνωστική τους επεξεργασία. Ο «κατακερματισμός» αυτών των εμπειριών κατά την εγγραφή τους εμποδίζει στη συνέχεια την εκούσια ανάκλησή τους. Έτσι, το τραυματικό βίωμα λησμονείται, όμως τα συμπτώματα και τα συναισθήματα με τα οποία έχει συνδεθεί, έχουν καταγραφεί στο σώμα (αμυγδαλή) και επανέρχονται συνειρμικά με διάφορες αφορμές (van der Kolk, 1994). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Cozolino (2006) «ότι δε θυμάται το μυαλό, το θυμάται το σώμα με τη μορφή φόβου, πόνου ή φυσικής ασθένειας». 

Θεραπευτική σχέση και εγκέφαλος

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει τραύμα, βασικό μέλημα της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι η αποκατάσταση της λειτουργίας και ο συντονισμός των απορυθμισμένων κυκλωμάτων του εγκεφάλου, και ιδιαίτερα η επανενεργοποίηση του δεξιού ημισφαιρίου, που επηρεάζει καθοριστικά την ικανότητα του ατόμου για συναισθηματική ρύθμιση (Shore, 2014). Αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη «μη λεκτική» επικοινωνία θεραπευτή- θεραπευόμενου, η οποία προάγει το συντονισμό των δεξιών τους ημισφαιρίων καθώς «όταν δύο άτομα συντονίζονται συναισθηματικά, συντονίζονται και σε επίπεδο φυσιολογίας» (Goleman, 2006). Σύμφωνα με τον Goleman (1995) η ανάγκη του ατόμου να το «νιώσουν» (“feeling felt”) φαίνεται να είναι καθοριστικής σημασίας όσον αφορά την αίσθηση ασφάλειας (Fishbane, 2007). Αυτή η οπτική ταιριάζει με την προσέγγιση του Peter Levine, σύμφωνα με τον οποίο η «παρουσία του θεραπευτή» είναι καθοριστικής σημασίας για το ξεμπλοκάρισμα του τραύματος και την επαναφορά του ατόμου από το «πάγωμα». Σύμφωνα με τον Levine το «ψυχικό τραύμα ξεμπλοκάρει μέσα από το σώμα», μέσω της ενθάρρυνσης της έκφρασης των σωματικών και συναισθηματικών αντιδράσεων που έχουν μπλοκάρει στον οργανισμό. Έτσι, για να αποκτήσει ξανά το άτομο επαφή με τις αισθήσεις του, η αρχική επαφή με το θεραπευτή είναι μεγάλης σημασίας.

Επιμέλεια

Scroll to Top